του Γιώργου Πουλημενάκου
Τις προάλλες έτυχε να ακούσω τη συζήτηση του κοινωνικού και αναπτυξιακού ψυχολόγου Αντώνη Ανδρουλιδάκη με τον δημοσιογράφο Γιώργο Σαχίνη σε podcast του ραδιοφώνου 98,4 στο YouTube. Η κουβέντα έγινε με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του Ανδρουλιδάκη Τι μας έχει συμβεί: το συλλογικό ιστορικό τραύμα και η θεραπέια του (2025) , στο οποίο επιχειρεί μια ψυχαναλυτική ανάγνωση της κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς της ελληνικής κοινωνίας. Σύμφωνα με την παρουσίαση του συγγραφέα, το βιβλίο εστιάζει ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο ανερμήνευτα συλλογικά τραύματα, όπως καταστροφές και πολιτικές ματαιώσεις, εξακολουθούν να διαμορφώνουν το παρόν, οδηγώντας τελικά τους πολίτες σε αποξένωση από την πολιτική. Ωστόσο, αφορμή του παρόντος άρθρου δεν στάθηκε το ίδιο το βιβλίο, το οποίο, άλλωστε, δεν έχω διαβάσει, αλλά η ευρύτερη συζήτηση που ακολούθησε.
Αφού σταχυολόγησαν το βιβλίο, οι δύο άντρες μετακινήθηκαν από αυτήν την ειδική προσέγγιση της συλλογικής συμπεριφοράς της ελληνικής κοινωνίας στο ευρύτερο πρόβλημα της αλλοτρίωσης εντός του σύγχρονου κόσμου. Συνοπτικά, επισημάνθηκε ότι η εντατικοποιημένη συνθήκη του ύστερου καπιταλισμού και η ολοένα αυξανόμενη τεχνολογική και αλγοριθμική διαμεσολάβηση της καθημερινότητας στερούν από το κοινωνικό πεδίο τη δυνατότητα να παράγει ουσιαστικές σχέσεις. Σχέσεις τέτοιες, που να μην λειτουργούν απλώς ως εφήμερες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, αλλά ως όροι ψυχικής ανθεκτικότητας και εκπλήρωσης θεμελιωδών ανθρωπολογικών αναγκών. Ανάμεσα στην κριτική τους στο σύγχρονο κόσμο, οι συνομιλητές παρεμβάλαν, σχεδόν αυθόρμητα, συχνά τον όρο «Δύση», ή «ο δυτικός άνθρωπος» κτλ. εντοπίζοντας αυτές τις παθογένειες στη «δικια μας» πραγματικότητα. H αλλοτρίωση, σύμφωνα με τους συνομιλητές, φαίνεται να αφορά «εμάς», τον αιώνιο ένοχο της απόκλισης από τους «φυσικούς» πολιτισμούς, τον πολιτισμό του cogito και της προτεσταντικής εξατομίκευσης.
Κάπου εκεί η προσοχή μου αποσπάστηκε από το podcast και ο νους μου στράφηκε σε μια αντίφαση που μου φαίνεται όλο και πιο έντονη. Από τη μία, ο δημόσιος λόγος σήμερα βρίθει γεωπολιτικών αναλύσεων ,άλλοτε εξειδικευμένων, άλλοτε πιο εκλαϊκευμένων. στις οποίες υπογραμμίζεται με κάθε τρόπο η ταχεία άνοδος των ασιατικών δυνάμεων, και ιδίως της Κίνας. Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου με όρους Ισοτιμίας Αγοραστικής Δύναμης (PPP). Μια σύντομη περιήγηση στο YouTube αρκεί για να εκτεθεί κανείς στα τεχνολογικά της «θαύματα»: στη ρομποτοποίηση, στις φουτουριστικές υποδομές, στη μαζική ενσωμάτωση της τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή. Τουλάχιστον σε σύγκριση με την Ευρώπη, η Κίνα εμφανίζεται «έτη φωτός» πιο μπροστά σε κρίσιμους τομείς των νέων τεχνολογιών.
Από την άλλη, ωστόσο, όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στις κοινωνικές και ανθρωπολογικές επιπτώσεις της ύστερης νεωτερικότητας, εξακολουθούμε να μιλάμε για τη «Δύση» σαν να παραμένει το κέντρο του κόσμου: ως τον αποκλειστικό φορέα των παθολογιών του εκμοντερνισμού και, άρα, υπορρήτως, ως τον μοναδικό ιστορικό χώρο που παράγει ανάπτυξη. Γιατί αυτή η εμμονή σε μια επαρχιώτικη ανάγνωση της σχέσης της «Δύσης» με τον κόσμο, αντλημένη από σχήματα του 19ου και του 20ού αιώνα; Γιατί εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε τον δυτικό κόσμο ως μια ιστορική εξαίρεση, τη στιγμή που οι υλικές και κοινωνικές συνθήκες της ύστερης νεωτερικότητας έχουν προ πολλού παγκοσμιοποιηθεί;
Η απάντηση δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί σε έναν επίμονο οριενταλισμό, ο οποίος αντανακλά την καθυστερημένη απώλεια της πολιτισμικής ηγεμονίας της Δύσης σε σχέση με την ήδη συντελεσμένη απώλεια της υλικής και οικονομικής της πρωτοκαθεδρίας. Ενώ οι παγκόσμιες υλικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί ριζικά, οι ερμηνευτικές μας κατηγορίες στο πεδίο του πολιτισμού παραμένουν προσκολλημένες σε ένα δίπολο Δύσης-Άλλων, όπου άλλοι είναι κυρίως «ευγενής» και πιο «φυσικοί» πολιτισμοί. Και αυτό γιατί η έννοια της αλλοτρίωσης, παρότι φέρει αρνητικό πρόσημο, προϋποθέτει ιστορικό agency και την ύπαρξη εσωτερικών αντιφάσεων εντός των κοινωνιών. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει «λαούς με ιστορία», με συγκρουόμενα συμφέροντα στο εσωτερικό, με πάθη και φιλοδοξίες, και γενικώς συλλογικά υποκείμενα που υπερβαίνουν την παγωμένη, οργανισμική σύλληψη τους ως τα αιώνια «καλά παιδιά», δηλαδή το αντεστραμμένο είδωλο της Δύσης. Σε τελική ανάλυση, πρέπει να αναγνωρίσεις τον «άλλον» ως όμοιο, για να του δώσεις το δικαίωμα ακόμα και να είναι αλλοτριωμένος.
Με αφορμή αυτές τις σκέψεις, ορισμένα σχετικά αναγνώσματα και την πρόσφατη διαμονή μου στην Κίνα διάρκειας ενός μήνα, υποστηρίζω ότι η Δύση, και συγκεκριμένα η Ευρώπη, σε αντίθεση με τις οριενταλιστικές ( ή οξιντενταλιστικές) αναγνώσεις που της αποδίδουν τον ρόλο του κέντρου της σύγχρονη αλλοτρίωσης, (και άρα του εκσυγχρονισμού) είναι σήμερα ο ένας χώρος που σχετικά κρατάει, θεσμικά και πολιτισμικά, πόλους αντίστασης στην καπιταλιστική φρενίτιδα. Παραδόξως, υποστηρίζοντας πλευρές κοινωνικής ανθεκτικότητας σε όψεις της Εσπερίας, καταλαβαίνει κανείς ότι το καπιταλιστικό προτσές μπορεί να επιταχύνεται με τρομακτικούς ρυθμούς και πέρα από το «χωριό» μας, αναγνωρίζοντας το locus της ύστερης νεωτερικότητας σε μη-δυτικά πλαίσια. Θα επιχειρήσω λοιπόν στη συνέχεια μέσω ορισμένων βιβλιογραφικών και εμπειρικών παραδειγμάτων να δείξω την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι καθημερινές κοινωνικές σχέσεις σε χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Στόχος είναι να καταδειχθεί κάπως ότι η αγριότητα του πραγματικά ύστερου καπιταλισμού δεν είναι απαραίτητα συνυφασμένη με την δυτική, ή έστω με την Ευρωπαϊκή εμπειρία, όσο και αν αυτό πιστεύουμε στις ολίγον τι επαρχιώτικες αναλύσεις μας περί Δύσης ως το κέντρο της ανθρώπινης αλλοτρίωσης.
Στο άρθρο του Supply-chain alienation and constructive counter-movements (2025), Ο Κινέζος ανθρωπολόγος Biao Xiang υποστηρίζει ότι η λογική του καπιταλισμού των εφοδιαστικών αλυσίδων ,δηλαδή η επικέντρωση στον έλεγχο των ροών και στον κατακερματισμό της παραγωγής σε ευέλικτα δίκτυα, δεν αποτέλεσε απλώς το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο που συνέβαλε στην άνοδο της Κίνας τις τελευταίες δεκαετίες. Συνιστά, ταυτόχρονα, ένα ευρύτερο πρότυπο αναδιοργάνωσης τόσο της σχέσης κράτους-πολίτη όσο και της ίδιας της καθημερινής ζωής. Η εκτεταμένη τεχνολογική επιτήρηση, η κουλτούρα του QR scanning και η απώλεια προσωπικών σχέσεων που συνεπάγεται η «ανέπαφη» ευκολία των υπηρεσιών τείνουν να αποικιοποιούν ολοένα και περισσότερες εκφάνσεις της καθημερινότητας. Πράγματι, ένα από τα στοιχεία που μου προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση κατά τη διαμονή μου στην Κίνα ήταν ο κεντρικός ρόλος των πλατφορμών delivery. Σχεδόν παντού συναντά κανείς οδηγούς της Meituan (κάτι σαν το wolt) να κινούνται με πυρετώδη ταχύτητα, χωρίς να βγάζουν τα κράνη τους αφού θα τα ξαναφορέσουν σε δευτερόλεπτα, ενσωματωμένοι σε έναν αλγοριθμικά ρυθμισμένο αγώνα παράδοσης. Ακόμη και τα πιο ευτελή προϊόντα παραγγέλλονται μέσω εφαρμογών και φτάνουν απευθείας στην πόρτα, περιορίζοντας την ανάγκη για στοιχειώδεις μορφές κοινωνικής συναναστροφής.
Οδηγοί της Meituan, στην πόλη της Ναντζίνγκ. Φώτο του γράφοντος
Mια τέτοια αλγοριθμική διάταξη της ροής ανθρώπων και εμπορευμάτων απαντά και στη διάταξη του χρόνου στην Κινέζικη καθημερινότητα. Το γνωστό «996», δηλαδή η 12ωρη εργασιακή μέρα (9-9) έξι ημέρες την εβδομάδα, καθιστά χρόνο και ενέργεια ανύπαρκτα, ακόμα και για κατανάλωση με φυσική παρουσία. Ειδικά σε ανταγωνιστικούς τομείς όπως οι εταιρείες τεχνολογίας ή τα τμήματα IT, η δουλειά είναι εξουθενωτική και οι καθημερινές υπερωρίες αυτονόητες, αν και τέτοιου είδους ωράρια θεωρητικά απαγορεύονται από την Κινεζική εργασιακή νομοθεσία. Επιστρέφοντας στον Xiang, αυτός υποστηρίζει ότι σε τέτοιες συνθήκες, ο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος αναλώνεται σε scrolling στο κινητό μέσα από πλατφόρμες e-commerce, όπου έτσι η οικονομία των εφοδιαστικών αλυσίδων αναπαράγεται. Συζητώντας ένα βράδυ με έναν καθηγητή κοινωνικής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο της Ναντζίνγκ πάνω από ένα πεντανόστιμο hot pot, μου έλεγε ότι η γυναίκα του συνήθιζε να δουλεύει σε μια μεγάλη εταιρεία στην Ταιβάν. Της είχε κάνει εντύπωση ότι οι άνθρωποι έφευγαν πολύ αργά το απόγευμα από τη δουλειά, παρόλο που το αφεντικό τους δεν τους επέβαλε να παραμείνουν. Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον καθηγητή, δεν γνώριζαν πώς να διαχειριστούν τον ελεύθερο χρόνο, αφού τόσο οι δουλειά όσο και οι προσωπικές τους σχέσεις δομούνταν εντός της εργασίας. Η απουσία κοινωνικοποίησης και η κανονικοποίηση της στην Κίνα διαφαίνεται και μέσα από πολλά vlogs που βρίσκει κανείς στο youtube όπου περιγράφονται καθημερινότητες με ελάχιστες κοινωνικές επαφές.[1]
Άποψη της σύγχρονης Σανγκάης από την προβλήτα Bund. φώτο του γράφοντος
Στη νότια Κορέα, από την άλλη, τελευταία έχει γίνει άθλημα το να.. μην κάνεις τίποτα. Οι αγωνιζόμενοι κάθονται στο έδαφος χωρίς κινητό ή κάποιο άλλο μέσο, και τους μετρούνται τα βιομετρικά δεδομένα για ορισμένη ώρα. Ο διαγωνιζόμενος που θα μετρηθεί με τους χαμηλότερους παλμούς, αυτός δηλαδή που κατάφερε τον άθλο να χαλαρώσει σε μια χώρα που ο νεοφιλελεύθερος ανταγωνισμός και διαπερνά όλες τις όψεις της ζωής, κερδίζει. Ο ανταγωνισμός ανυπεράσπιστών ζωών εντός ενός κτηνώδους καπιταλισμού περιγράφεται εξαιρετικά στην πρόσφατη ταινία no other choice του γνωστού κορεάτη σκηνοθέτη Park chan-wook . H ταινία ακολουθεί έναν μεσήλικα υπάλληλο που απολύεται και, απελπισμένος από την αγορά εργασίας, καταστρώνει σχέδιο να εξοντώσει τους ανταγωνιστές του για να βρει δουλειά. Στο ίδιο μήκος κύματος και η παλαιότερη ταινία Parasites αλλά και πλήθος σειρών του λεγόμενου K-drama genre, που καταδεικνύουν μια pop κουλτούρα που βρίσκει έμπνευση σε ένα φανερά ακραία νεοφιλελεύθερο περιβάλλον.
Δεν είμαι Σινολόγος, ούτε ειδικός στην Aνατολική Ασία . Ωστόσο θεωρώ ότι τέτοια παραδείγματα καταδεικνύουν ότι οι μορφές που παίρνει ο ύστερος καπιταλισμός εκδιπλώνονται σήμερα κυρίως στις χώρες της Aνατολικής Ασίας. Το να φανταζόμαστε ακόμα τη Δύση ως τη καρδιά της αλλοτρίωσης, με όρους ρομαντικής κριτικής στο Διαφωτισμό από τον 19ο αιώνα, δεν μας βοηθά να κατανοήσουμε που πρέπει να κινηθούμε πολιτικά σαν Ευρώπη για να αντισταθούμε. Δεν θεωρώ ότι αποτελεί ευρωκεντρισμό το να πει κανείς ότι σε αντίθεση με το τι συμβαίνει τόσο στην ανατολική Ασία όσο όμως και στις ΗΠΑ, η Ευρώπη ακόμα κρατάει κάποιες έξεις υπεράσπισης του ελεύθερου χρόνου, των ποιοτικών ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, της κοινωνικοποίησης κτλ. Εάν ο κόσμος μας σήμερα είναι όντως πολυπολικός, αυτό σημαίνει και ότι ο τρόπος που εμφανίζεται ο ύστερος καπιταλισμός αποδεσμεύεται τόσο από τον τόπο, όσο και από τον πολιτισμό.
Αναφορές
Ανδρουλιδάκης, Α. (2025) Τι μας έχει συμβεί: το συλλογικό ιστορικό τραύμα και η θεραπέια του. Αθήνα: Νησίδες.
Xiang, B. (2026). Supply-chain alienation and constructive counter-movements. Journal of Cultural Economy, 1–5. https://doi.org/10.1080/17530350.2025.2599210.
[1] Ένα παράδειγμα https://www.youtube.com/watch?v=L6N0t_bkawA
*Ο Γ. Πουλημενάκος είναι Διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας

