ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ, ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ:
ΓΙΑ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΖΗΤΑΜΕ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ BANDA ENTOPICA ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ
του Ιωάννη Μάνου
Τα όσα έγιναν στη συναυλία της Banda Entopica στη Φλώρινα δεν συνιστούν απλώς ένα «περιστατικό». Είναι μια αφορμή για να σκεφτούμε πώς μιλάμε σήμερα για τον πατριωτισμό, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και, τελικά, για τον «εαυτό» μας και τους «άλλους». Το κείμενο που ακολουθεί χαρτογραφεί λόγους, σιωπές και βιωμένες πραγματικότητες που, δυστυχώς, συνειδητά αποσιωπούμε ή, συχνά, προσπερνάμε.
ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ
Η συναυλία της Banda Entopica στη Φλώρινα (22/12/2025) και όσα εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκειά της πυροδότησαν, τις τελευταίες ημέρες, μια έντονη και πολυεπίπεδη δημόσια αντιπαράθεση. Άρθρα, ανακοινώσεις, παρεμβάσεις και τοποθετήσεις στα κοινωνικά δίκτυα συγκρότησαν ένα πυκνό πεδίο λόγου. Σε αυτό το πεδίο δεν συγκρούονται απλώς απόψεις για ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά διαφορετικοί τρόποι κατανόησης του παρόντος, ανταγωνιστικές αφηγήσεις και ερμηνευτικά σχήματα.
Η συζήτηση υπερβαίνει το ίδιο το συμβάν και αγγίζει θεμελιώδη ζητήματα ελευθερίας της έκφρασης, σεβασμού της πολιτισμικής διαφοράς και του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζονται –ή αναστέλλονται– στην πράξη οι αρχές μιας δημοκρατικής πολιτείας.
ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΣΥΓΚΡΟΥΟΜΕΝΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
Η δημόσια συζήτηση που αναπτύχθηκε περιλαμβάνει ένα πλήθος εμπλεκόμενων: συλλογικότητες, τον Δήμο και τοπικούς θεσμούς, πολιτικά κόμματα, τοπικά και εθνικά μέσα ενημέρωσης, πολιτικούς σχολιαστές και μεμονωμένα άτομα. Όλοι αρθρώνουν λόγους που αντλούν από διαφορετικές πολιτικές, ηθικές και ιστορικές νοηματοδοτήσεις, οι οποίες συνυπάρχουν, αλληλεπικαλύπτονται ή συγκρούονται ανοιχτά, λειτουργώντας ως δημόσιες δηλώσεις θέσης και, συχνά, πολιτικής νομιμοποίησης.
Το περιστατικό προσλαμβάνεται, για πολλούς, ως ζήτημα λογοκρισίας και δημοκρατίας: ως αυθαίρετη παρέμβαση στον πολιτισμό, ως παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και ως ένδειξη αυταρχικής θεσμικής πρακτικής.
Στον αντίποδα, διατυπώνεται ένας λόγος ‘θεσμικής ευθύνης’ και διαχείρισης της τάξης, που επικαλείται «κανόνες», «ευαίσθητο περιβάλλον» και την ανάγκη αποφυγής εντάσεων, μεταφράζοντας την καλλιτεχνική πράξη σε δυνητικό κίνδυνο που χρήζει ρύθμισης.
Παράλληλα, αναπτύσσεται ένας ωμός, βιολογικοποιημένος και αυτόκλητα εθνικοποιημένος πατριωτικός λόγος, ο οποίος αντιμετωπίζει τη μουσική και τη γλώσσα ως φορείς αλυτρωτισμού και εθνικής απειλής. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «πατριωτικής ευαισθησίας» ενεργοποιείται ως κριτήριο ελέγχου, ενώ διατυπώσεις όπως «είμαστε Έλληνες, όχι Σλάβοι» ή «δεν θα γίνει η Φλώρινα σκηνή ανθελληνικής προπαγάνδας» νομιμοποιούν την παρέμβαση ως πράξη άμυνας και προστασίας της εθνικής ασφάλειας.
Σε αντίστιξη με τα παραπάνω, εμφανίζεται ένας κινηματικός και αντι-εθνικιστικός λόγος, ο οποίος εντάσσει το περιστατικό σε μια μακρά ιστορία καταστολής, επιτήρησης και κρατικής υποκρισίας. Το συμβάν περιγράφεται ως συνέχεια παλαιότερων μηχανισμών αποκλεισμού, ενώ η επίκληση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων λειτουργεί ως συνολική κριτική στις πρακτικές αυτές.
Υπάρχει, τέλος, και ένας λόγος που εστιάζει στη μνήμη, στο τραύμα και στη διεκδίκηση αναγνώρισης γλώσσας και ταυτότητας. Εδώ, η γλώσσα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως πολιτισμικό μέσο, αλλά ως πεδίο ιστορικής εμπειρίας και συμβολικής βίας, με βαθιές πληγές. Η απαγόρευση ή ο περιορισμός της αναπαράγει σιωπές και παγιώνει αποκλεισμούς.
Ανάμεσα σε αυτά τα σχήματα παρεμβάλλεται και ένας λόγος πολιτισμικού κοσμοπολιτισμού, που επικαλείται την κοινή βαλκανική κληρονομιά και προβάλλει τη μουσική ως γέφυρα που «ενώνει» πέρα από σύνορα. Αν και αποεθνικοποιεί τη μουσική, συχνά ιδεολογικοποιεί τη βαλκανικότητα, μετατρέποντάς την σε αφηρημένο πολιτισμικό σύμβολο.
Μέσα από αυτή τη σύγκρουση, η συζήτηση παύει να αφορά τη μουσική, αλλά μετατρέπεται σε διαμάχη για το ποιος έχει το δικαίωμα να ορίζει τί είναι «τοπικό» και τί «εθνικό», ποιος μιλά εξ ονόματος της Ιστορίας, ποιος ελέγχει τί περιλαμβάνεται στη δημόσια μνήμη και πότε η καθημερινή πρακτική βαφτίζεται απειλή.
Στη διαδικασία αυτή, η πολυπλοκότητα συχνά απλουστεύεται, το συμβάν ενσωματώνεται σε προϋπάρχοντα πολιτικά αφηγήματα και η αντιπαράθεση διολισθαίνει σε διπολικά σχήματα, όπου ελάχιστος χώρος απομένει έξω από τα δίπολα «Έλληνες» και «ανθέλληνες» και «πατριώτες» και «προδότες». Ταυτόχρονα, σημαντικές σιωπές παραμένουν εκτός συζήτησης – εμπειρίες, πρακτικές και βιωμένες πραγματικότητες που δεν χωρούν στις κυρίαρχες δημόσιες αφηγήσεις.
Η ΘΕΣΗ ΜΟΥ: ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΑΠΟΛΟΓΕΙΣΑΙ
Σπεύδω να τοποθετηθώ καθαρά. Το συμβάν δεν μπορεί να ιδωθεί ως ατυχές ή μεμονωμένο. Συνιστά πράξη λογοκρισίας. Όχι μόνο επειδή παρεμβαίνει άμεσα στην καλλιτεχνική έκφραση, αλλά επειδή εισάγει ένα καθεστώς ελέγχου πάνω στο τί θεωρείται επιτρεπτό να ακουστεί δημόσια.
Η άρνηση εκτέλεσης τραγουδιών στη μακεδονική γλώσσα, ανεξάρτητα από την ιστορική ή πολιτική τοποθέτηση του καθενός, μετατοπίζει τη συζήτηση από τον χώρο του πολιτισμού στον χώρο της επιτήρησης. Και αυτή η μετατόπιση δεν είναι ουδέτερη.
Ταυτόχρονα, θεωρώ απαραίτητο να ειπωθεί κάτι που συχνά χάνεται μέσα στην πόλωση.
Τα αισθήματα πατριωτισμού που εκφράζονται σε τέτοιες περιστάσεις δεν μπορούν να απορριφθούν συλλήβδην ως απλή έκφραση μιας ξεπερασμένης ιδιότητας του πολίτη ή κακόπιστη ρητορική. Εδράζονται σε μνήμες, εμπειρίες ανασφάλειας και αφηγήσεις απώλειας, που εξακολουθούν να λειτουργούν στο συλλογικό φαντασιακό.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στην ύπαρξη αυτών των αισθημάτων, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιούνται και αποκτούν δημόσια ισχύ. Άλλο πράγμα ο σεβασμός στα πατριωτικά αισθήματα και άλλο η μετατροπή τους σε κριτήριο αποκλεισμού.
Ο πατριωτισμός δεν είναι μονοσήμαντος και δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός. Δεν υπάρχουν κάποιοι που νομιμοποιούνται αποκλειστικά να μετρούν, να πιστοποιούν ή να απονέμουν πιστοποιητικά εθνικοφροσύνης σε άλλους. Η ταύτιση με τον τόπο δεν εκφράζεται μόνο μέσα από απαγορεύσεις, ελέγχους και επιτηρήσεις της πολιτισμικής έκφρασης.
Για μένα, ο σεβασμός στον πολιτισμό και στη δημοκρατία προϋποθέτει κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: την αναγνώριση ότι η μακεδονική γλώσσα αποτελεί ζώσα γλωσσική και πολιτισμική πραγματικότητα, ότι χρησιμοποιείται, τραγουδιέται και βιώνεται από ανθρώπους σε αυτόν τον τόπο. Η πολιτισμική έκφραση σε αυτή τη γλώσσα δεν συνιστά ούτε πρόκληση ούτε απειλή. Αποτελεί μέρος της κοινωνικής ζωής, είτε αυτό αναγνωρίζεται δημόσια είτε όχι.
Παράλληλα, η ύπαρξη ανθρώπων που δεν ταυτίζονται με τον ελληνικό εθνικό αυτοπροσδιορισμό δεν είναι ανωμαλία προς διαχείριση, ούτε ζήτημα ανοχής υπό όρους. Είναι ιστορικό και κοινωνικό γεγονός, το οποίο θέτει ουσιαστικά ερωτήματα για το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία, τα δικαιώματα και τη συνύπαρξη. Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας ή η μετατροπή της σε αντικείμενο φόβου είναι δείγμα ανασφάλειας και δεν προστατεύει την κοινωνική συνοχή αλλά την αποδυναμώνει.
Όταν ο πατριωτισμός μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου της γλώσσας και της καλλιτεχνικής έκφρασης, τότε θεσμοθετείται, στην πράξη, ποιος δικαιούται να ακούγεται και ποιος οφείλει να σωπαίνει. Και αυτό αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εξουσία, η ορατότητα και η σιωπή σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ
Ένα κρίσιμο πρόβλημα των δημόσιων αφηγήσεων γύρω από το συμβάν είναι ο αναχρονιστικός τρόπος με τον οποίο αρθρώνονται. Οι όροι, οι έννοιες και τα ερμηνευτικά σχήματα που ενεργοποιούνται, τόσο από εθνικούς όσο και από δικαιωματικούς λόγους, παραπέμπουν, συχνά, σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους, σε συγκείμενα «εσωτερικού κινδύνου» και σε λογικές επιτήρησης που δεν αντιστοιχούν πλέον στον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και οργανώνεται το παρόν.
Η κοινωνία έχει αλλάξει – πολιτισμικά, αισθητικά, μουσικά, αλλά και ως προς τις μορφές διασύνδεσης, επικοινωνίας και καθημερινής εμπειρίας. Η ίδια η πραγματικότητα έχει σε μεγάλο βαθμό ξεπεράσει τους μηχανισμούς ελέγχου και επιβολής που υπονοούνται σε αυτές τις τοποθετήσεις.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση παίζουν και οι νεότερες γενιές, για τις οποίες η συμμετοχή σε τοπικά πανηγύρια, το τραγούδι και ο χορός μακεδονικών τραγουδιών δεν βιώνονται αναγκαστικά ως πολιτική δήλωση ή ως πράξη που απαιτεί απολογισμό.
Χωρίς να εξαφανίζονται οι οικογενειακές μνήμες και οι ιστορικές εντάσεις, η αλλοφωνία και η πολιτισμική διαφορά εμφανίζονται, συχνά, λιγότερο φορτισμένες απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ύπαρξη των γλωσσών ή των συμβολισμών, αλλά το βάρος με το οποίο προσλαμβάνονται. Και αυτό μόνο θετικές συνδηλώσεις έχει.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν αυτές οι πρακτικές εξακολουθούν να προσεγγίζονται μονοσήμαντα, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα, και να ερμηνεύεται το παρόν με όρους που ανήκουν σε άλλες εποχές.
Η εργαλειακή χρήση του πατριωτικού λόγου, εξάλλου, δεν αποτελεί νέο φαινόμενο, αλλά μια ιστορικά εδραιωμένη μορφή πολιτικής λειτουργίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Η επίκληση των εθνικών φρονημάτων και της «ελληνικότητας» της περιοχής έχει επανειλημμένα λειτουργήσει ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης: προσφέρει κύρος, παράγει συσπείρωση και εγκαθιδρύει ηθικό πλεονέκτημα στον δημόσιο λόγο. Όταν αυτή η λειτουργία εστιάζει σε πρακτικές πολιτισμικής έκφρασης, τότε αυτές παύουν να είναι χώρος συνύπαρξης και μετατρέπονται σε μηχανισμό οριοθέτησης, όπου οι συμβολικές του διαστάσεις καθίστανται πεδίο ελέγχου.
Όλα αυτά, ωστόσο, συνυπάρχουν με μια λιγότερο ορατή αλλά απολύτως υπαρκτή πραγματικότητα της τοπικής ζωής. Στη Φλώρινα, όπως σε πολλούς συνοριακούς τόπους, η καθημερινότητα είναι δομημένη πάνω στη συνύπαρξη πρακτικών που για τους «απ’ έξω» μοιάζουν αντιφατικές. Η πολιτική ρητορική μπορεί να είναι έντονη και συγκρουσιακή, ενώ οι κοινωνικές σχέσεις, οι διασυνοριακές επαφές και οι οικονομικοί και συναισθηματικοί δεσμοί συγκροτούν βιωμένη κανονικότητα.
Η συμμετοχή σε συλλαλητήριο ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να συνυπάρχει με τη μετάβαση στο Μοναστήρι/Битола την επόμενη μέρα για βόλτα, ψώνια ή κοινωνικότητα. Η ρητορική περί εθνικής απειλής από πολιτευτές διαφόρων κομμάτων μπορεί να συνυπάρχει με τα ψηφοδέλτια που οργανώνουν και στα οποία περιλαμβάνουν υποψηφίους προερχόμενους από κοινότητες με μακεδονικό πολιτισμικό υπόβαθρο ή, πιο συχνά, και με τη χρηματοδότηση πολιτιστικών συλλόγων στους οποίους ακούγεται μακεδονικό τραγούδι.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο ρόλος τοπικών ελίτ, οι οποίες συχνά αυτοπροσδιορίζονται ως θεματοφύλακες της «ελληνικότητας» του τόπου. Η επίκληση της εθνικής καθαρότητας λειτουργεί συχνά ως δημόσια στάση και λιγότερο ως αντανάκλαση της καθημερινής εμπειρίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, μια διάσταση που σπάνια βρίσκει χώρο στη δημόσια συζήτηση: η πολυγλωσσία ως ιστορικά και κοινωνικά βιωμένη πρακτική. Η πολυγλωσσία της καθημερινής ζωής στην περιοχή δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κανονικότητα. Πολλοί άνθρωποι κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες, τους χρησιμοποιούν εναλλακτικά και ανάλογα με το πλαίσιο, τη σχέση, το συναίσθημα ή τον χώρο.
Αυτή η πραγματικότητα δεν αναιρεί την ύπαρξη ανθρώπων που έχουν τη μακεδονική ως μητρική τους γλώσσα. Αντίθετα, την εντάσσει σε ένα πιο σύνθετο κοινωνικό τοπίο. Ωστόσο, τόσο οι εθνικιστικοί λόγοι της μονογλωσσίας όσο και ορισμένες αντι-εθνικιστικές προσεγγίσεις δυσκολεύονται να εντάξουν αυτή την πολυπλοκότητα, καθώς αναπαράγουν την παραδοχή μιας αυστηρής και στατικής αντιστοιχίας ανάμεσα σε τόπο, πληθυσμό, γλώσσα και ταυτότητα. Η πολυγλωσσία, ακριβώς επειδή αποσταθεροποιεί αυτή την παραδοχή, τείνει να εξαφανίζεται από τη δημόσια συζήτηση.
Ο ΕΑΥΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΩΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ
Ίσως, λοιπόν, το πιο κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται δεν είναι μόνο αν και πώς ασκήθηκε λογοκρισία – αν και αυτό είναι ουσιώδες – αλλά τί αποκαλύπτει αυτή η υπόθεση για τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε επανειλημμένα να ερμηνεύουμε το παρόν με όρους φόβου, απλούστευσης και συμβολικής καθαρότητας.
Στην απόσταση ανάμεσα στη βιωμένη, πολυεπίπεδη καθημερινή εμπειρία και στις κυρίαρχες αφηγήσεις που τη συμπιέζουν, δεν διακυβεύεται μόνο η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Διακυβεύεται ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, τους άλλους και, τελικά, η ποιότητα της δημοκρατικής μας συνύπαρξης.
* Ο Γιάννης Μάνος είναι Καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
** Ο ΣΚΑΕ αναδημοσιεύει το εκτενές σχόλιο του κ. Μάνου με τη σύμφωνη γνώμη του κρατώντας την μορφοποίηση και την ορθογραφία της αρχικής ανάρτησης
